διασάλευση

διασάλευση
[-ις (-εως)] η
1) прям. , перен. сотрясение, распутывание; 2) нарушение (покоя, порядка и т. п.); 3) сумасшествие, безумие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "διασάλευση" в других словарях:

  • διασάλευση — η 1. τράνταγμα, κλονισμός 2. διατάραξη, αναταραχή 3. φρ. «διασάλευση φρενών» παραφροσύνη …   Dictionary of Greek

  • διασάλευση — η ταραχή, κλονισμός, τράνταγμα: Η απιστία του προκάλεσε τη διασάλευση της σχέσης τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασαλεύσῃ — διασαλεύσηι , διασάλευσις agitated motion fem dat sg (epic) διασαλεύω shake violently aor subj mid 2nd sg διασαλεύω shake violently aor subj act 3rd sg διασαλεύω shake violently fut ind mid 2nd sg διασαλεύω shake violently aor subj mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάπαρτος — η, ο [αναπαίρνω] 1. αυτός που παρασύρθηκε μακριά και εξαφανίστηκε 2. αυτός που εκστασιάστηκε, που περιήλθε σε έκσταση από θαυμάσιο θέαμα, όνειρο, οπτασία κ.λπ. 3. αυτός που έπαθε διασάλευση τού νου, ο εκτός εαυτού, αλλόφρων …   Dictionary of Greek

  • ανισορροπία — η 1. έλλειψη ισορροπίας, αστάθεια 2. η έλλειψη αρμονίας, η διασάλευση της πνευματικής ισορροπίας ή των ηθικών ροπών ενός ατόμου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανισόρροπος. Η λ. μαρτυρείται στον κληρικό και διδάσκαλο του Γένους Νικηφόρο Θεοτόκη (1731 1800)] …   Dictionary of Greek

  • διασαλευτής — ο αυτός που προκαλεί τη διασάλευση, ταραχοποιός …   Dictionary of Greek

  • διατάραξη — η (AM διατάραξις) 1. διαταραχή, διασάλευση νεοελλ. 1. αστρον. κάθε μεταβολή τών στοιχείων τής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος που κινείται γύρω από άλλο ουράνιο σώμα, η οποία οφείλεται στην ύπαρξη ενός ή περισσότερων άλλων σωμάτων 2. γεωλ. η αλλαγή …   Dictionary of Greek

  • εκστατικός — ή, ό (AM ἐκστατικός, ή, όν) μσν. νεοελλ. αυτός που βρίσκεται σε έκσταση, σε θαυμασμό, σε θάμβος, ο κατάπληκτος μσν. αυτός που γίνεται με έκσταση αρχ. 1. αυτός που έχει την τάση να απομακρύνεται από κάτι, ο άστατος (αντίθ. εμμενετικός) 2. αυτός… …   Dictionary of Greek

  • κλονισμός — ο (Μ κλονισμός, ὁ, και κλόνισμα, τὸ) [κλονίζω] νεοελλ. 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κλονίζω*, κούνημα, τράνταγμα 2. μτφ. διαταραχή, διασάλευση («κλονισμός τής υγείας») 2. ιατρ. παθολογική κατάσταση χαρακτηριζόμενη από ύπαρξη κλονικών… …   Dictionary of Greek

  • παρακεκακωμένος — η, ον, Α αυτός που έχει υποστεί διασάλευση τού νου, παράφρονας, τρελός. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. παθ. παρακμ. τού άχρηστου ρ. παρακακῶ] …   Dictionary of Greek

  • παρασάλευση — η διασάλευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρασαλεύω. Η λ., στον λόγιο τ. παρασάλευσις, μαρτυρείται από το 1782 στον Αδ. Κοραή] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»